Μια προσωπική ιστορία διαβάσαμε στην ομάδα facebook Σεπόλια City.  Μια προσωπική ιστορία, που δεν μοιάζει βέβαια και τόσο προσωπική. Από την μία ή την άλλη πλευρά της, μπορούμε να την έχουμε ζήσει όλοι μας.

Την αναδημοσιεύουμε εδώ, κυρίως γιατί έρχεται σε αντιδιαστολή με σειρά ρατσιστικών σχολίων που γράφτηκαν στην ίδια ομάδα την ίδια περίοδο.

Με στενοχωρεί από το 2019 και βαραίνει η καρδιά μου όποτε έρχεται στο μυαλό μου. Ας εξομολογηθώ λοιπόν μπας και ελαφρύνει αυτή.
Ήταν τελευταίες μέρες του Αυγούστου του 2019. Είχα πριν λίγες μέρες βγάλει το δεξί μου χέρι από τον γύψο, μετά από ένα καταγματάκι. Σάββατο απόγευμα και αποφάσισα να πάω στον Σκλαβενίτη να ψωνίσω. Είχα καλή διάθεση και μεγάλες καταναλωτικές ανάγκες και επιθυμίες, γιατί τόσο καιρό με το ένα χέρι στον γύψο αγόραζα μόνο τα άκρως απαραίτητα.

Δεν κατάλαβα πόσο γρήγορα γέμισα το καρότσι και όταν τελείωνα στο ταμείο συνειδητοποίησα ότι θα είχα 4 μεγάλες πολύ βαριές σακούλες να μεταφέρω μέχρι το σπίτι μου. Δύσκολο με ένα χέρι. Αλλά πείσμωσα. Και είπα από μέσα μου, «σιγά μωρέ, θα τα καταφέρω». Προσπάθησα να σηκώσω μια σακούλα με το τραυματισμένο χέρι, αλλά πόναγε πολύ και φοβήθηκα ότι θα ξεκολλούσε ξανά το κόκκαλο, που είχε μόλις δέσει.

Ξεκίνησα λοιπόν με τις τέσσερις σακούλες στο γερό χέρι. Αλλά κάθε 10 μέτρα το πολύ έπρεπε να σταματάω για να το ξεκουράζω, δεν είμαι και κανένας αρσιβαρίστας. Έτσι λοιπόν, με συνεχείς στάσεις πέρασα την διάβαση της Δυρραχίου και άρχισα να ανεβαίνω την Αθανάτων. Εν τω μεταξύ ντρεπόμουνα κιόλας, γιατί όσοι με βλέπανε θα αναρωτιόντουσαν τι ακριβώς κάνω. Και Σάββατο απόγευμα είχε πολύ κόσμο στους δρόμους. Μια παρέα νεαρών που άραζε μπροστά στο Beat, με κοίταζε καλά – καλά. Ίσως να με σχολίαζαν κιόλας.

Καμιά δεκαριά μέτρα επί της Αθανάτων, βλέπω ένα σκουρόχρωμο νεαρό να σηκώνεται από τα σκαλάκια μιας πολυκατοικίας παραπάνω και να έρχεται τρέχοντας προς το μέρος μου. Σκέφτηκα αμέσως τα χειρότερα. Θα μου αρπάξει καμιά σακούλα και άντε να τον πιάσω μετά. Πράγματι με πλησίασε και άρπαξε μία σακούλα από το πεζοδρόμιο που τις είχα αφημένες. Μετά μου άρπαξε και άλλη και άλλη. Πρόλαβα κι εγώ να κρατήσω μία, μην τις χάσω όλες. Και τότε μου είπε: «Που είναι το σπίτι σας, να σας βοηθήσω να τις κουβαλήσετε;», καθώς προσπαθούσε να μου πάρει και την τέταρτη σακούλα. Έμεινα για λίγο μετέωρος. Του λέω «Εδώ λίγο παραπάνω». «Πάμε» μου λέει, αρπάζοντάς μου τελικά και την τέταρτη σακούλα. Και ξεκίνησε με βήμα ταχύ, πιο γρήγορο από το δικό μου. Με περίμενε στην γωνία με Αυλώνος και του έκανα νόημα να πάει αριστερά.

Τον κοίταζα, ένας λιγνός, μικρόσωμος, 20άχρονος το πολύ, με το μαλλί κολλημένο, όπως το συνηθίζουν οι ασιάτες. Εν τω μεταξύ σκεφτόμουν, ότι δεν μου κακόπεσε η περίπτωση. Θάβγαζε το παλικάρι κάνα χαρτζηλίκι και εγώ θα έβγαινα από την δύσκολη θέση. Φτάσαμε στο σπίτι μου, άνοιξα την πόρτα και δεν του είπα να μπει μέσα να αφήσει τις σακούλες. Του είπα να τις αφήσει στα σκαλιά και τις έβαλα εγώ μέσα στο σπίτι μία-μία.

Βέβαια, είχα προλάβει να του πω, «περίμενε, μην φύγεις». Έτσι μετά, καθώς ήμουνα μέσα στο σπίτι, άνοιξα το πορτοφόλι μου, έβγαλα ένα 5ευρο και πήγα πάλι στην πόρτα να του το δώσω. «Σε ευχαριστώ πολύ» του είπα και «πάρε να πιείς ένα καφέ», όπως συνηθίζουμε να λέμε εδώ στην Ελλάδα.

Με κοίταξε με έκπληξη. «Μα εγώ δεν σας βοήθησα για τα λεφτά. Αλλά επειδή έτσι πρέπει να κάνουν οι άνθρωποι. Δεν έχω ανάγκη τα λεφτά. Δουλεύω εδώ παρακάτω στο βενζινάδικο της Shell και πλένω αυτοκίνητα. Τα λεφτά που παίρνω μου φτάνουν. Να έρθετε καμιά μέρα να σας πλύνουμε το αυτοκίνητο. Πλένω πολύ καλά αυτοκίνητα».
Και απομακρύνθηκε με γρήγορο πάλι βήμα.
Κι απόμεινα εγώ με το πεντάευρο στο χέρι, στήλη άλατος, ντροπιασμένος, στα σκαλάκια του σπιτιού, ένας έλληνας γουρούνι, που δεν έβαλε τον ξένο στο σπίτι του, να τον κεράσει μια ρακή έστω, που δεν τον ρώτησε ούτε το όνομά του, ούτε από ποια χώρα ήταν, που δεν είχε μάθει τι πάει να πει βοήθεια στον συνάνθρωπο και όλα είχε μάθει να τα μετράει με το δούναι και λαβείν, διαπαιδαγωγημένος από την tv, ένα φοβισμένο ανθρωπάκι, φοβισμένο κυρίως απέναντι στο ξένο, το διαφορετικό, το άλλο χρώμα, την άλλη συμπεριφορά, τον άλλο πολιτισμό, τον άλλον άνθρωπο τελικά.
Στο πλυντήριο που δούλευε δεν πήγα ποτέ. Δεν χάλασα τις συνήθειές μου.