Έτυχε να παρατηρήσω τον τελευταίο καιρό τον τρόπο που γράφουν αρκετοί νέοι άνθρωποι στην επικοινωνία τους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Έχουν αναπτύξει μια άλλη μορφή της γλώσσας μας, που τους βοηθάει να πληκτρολογούν λιγότερα γράμματα, να αποφεύγουν πολλά ορθογραφικά λάθη και όμως τις περισσότερες φορές αυτό που πληκτρολογούν να βγάζει νόημα και να μπορούν να συνεννοηθούν, ειδικά αν ο συνομιλητής τους είναι εξασκημένος σε αυτό το ηλεκτρονικό γλωσσικό ιδίωμα.

Έτσι, το απλό «τι κάνεις» μετατρέπεται σε «τ κανς», το έλα να τα πούμε γίνεται «έλα ν τ πουμ» κλπ. Βέβαια, έτσι μπερδεύεται και το Τ9 στα πληκτρολόγια κινητών και μπορούν να γραφούν ανείπωτες μπούρδες, αλλά ποιός δίνει σημασία; ένα «σρ» αρκεί να διορθώσει τα πράγματα.
Και θα μου πεις, εντάξει και σένα τι σε πειράζει, αφού το νόημα βγαίνει τελικά. Και επίσης, αν τα πράγματα που λέει κάποιος είναι σημαντικά, τι σημασία έχει πως τα λέει; Δεν με πειράζει κι ούτε μπορώ να επέμβω για να το αλλάξω, αλλά το ερώτημά μου είναι «μπορούν να γραφούν σημαντικά πράγματα με αυτόν τον τρόπο;». Κι αν κάποιος έτσι μαθαίνει να πληκτρολογεί (δεν μιλάμε πια για «γράφω» αλλά μόνο για «πληκτρολογώ») στην καθημερινή του επικοινωνία, πως θα εκπαιδευτεί να γράφει ορθόδοξα; Εντάξει τα κόψαμε τα πνεύματα και ορισμένες κλίσεις ρημάτων, μετά κόψαμε και μερικούς τόνους, τώρα θα αρχίσουμε να κόβουμε και τα φωνήεντα;
Αλλά και στην μουσική, νομίζω, μια αντίστοιχη τάση φαίνεται να υπάρχει.
Πρόκειται για ένα, «είδος» να το πώ; τραγουδιών που ο αμύητος δεν καταλαβαίνει τους στίχους, όχι για λόγους κακής ορθοφωνίας του τραγουδιστή ή επειδή η φωνή του χάνεται στην μουσική, αλλά επίτηδες, επειδή κι αυτή μπορεί να θέλει να είναι μια νέα μορφή της γλώσσας, κάπως παρόμοια με αυτήν των νέων πληκτρολογίων.
Και μάλιστα όλο και περισσότερο ανεβαίνουν στα charts αυτού του είδους τα τραγούδια. Ο γιός μου μου είπε, ότι λέγεται «τραπ» και ότι δεν πρόκειται για ελληνικό φαινόμενο, αλλά μόδα που ξεκίνησε από την Αμερική. Εγώ, «δε κατέω πράμα». Το ξαναγράφω, ο αμύητος αν δεν βρεί κάπου τους στίχους δεν καταλαβαίνει ντιπ. Εδώ σαν γλώσσα είναι μαγεία, διευκολύνει πολύ να γράφεις τραγούδια έτσι φαντάζομαι, γιατί οι στίχοι δεν χρειάζεται να ταιριάζουν ούτε να έχουν ομοιοκαταληξία. Τραβάς ένα σύμφωνο λίγο παραπάνω, κόβεις μερικά φωνήεντα που περισσεύουν και την φτιάχνεις την ομοιοκαταληξία, όπως και το να ταιριάζουν οι λέξεις (;) με τον μουσικό τόνο. Ααα! ξέχασα! Και πετάς και πολλές αμερικάνικες λέξεις μέσα, για να δέσει καλύτερα το γλυκό. Βέβαια αν κανείς έχει την υπομονή και διαβάσει και τους στίχους κάπου, θα διαπιστώσει πόσο ανελέητα φτωχοί και «ότι νάναι» είναι. Αλλά ποιός δίνει σημασία; Μπορεί να υπάρχουν και εξαιρέσεις, δεν ξέρω, αλλά εγώ δεν τις βρήκα.
Όμως, ούτε γλωσσολόγος, ούτε μουσικολόγος είμαι, για νάχω και τεκμηριωμένη άποψη. Έχω επίσης την γνώση ότι είμαι γέρος πια και όπως όλοι οι ηλικιωμένοι, γκρινιάζω για όσα συμβαίνουν και με ξεπερνούν και δεν μπορώ να τα φτάσω. Γι αυτά που έρχονται.
Θυμάμαι μια θεία μου, όταν είμαστε νέοι και ακούγαμε το ΒΙΕΤΝΑΜ του Δ. Σαββόπουλου (τότε που ήταν κι αυτός νέος, πριν την αρτηριοσκλήρυνση που του έτυχε σε μικρή ηλικία), που ρώτησε με αφέλεια «καλέ, τι έχει αυτός, δόντι του βγάζουνε;».
Κάπως έτσι κι εγώ μου φαίνεται ότι κάνω σήμερα. Τ δ καταλαβενς;