Δήμος Αθηναίων
Δημοτική συγκοινωνία στην Αθήνα: ηλεκτρικά λεωφορεία και δωρεάν μετακινήσεις από το 2027, αλλά με περιορισμένο εύρος
- Λεπτομέρειες
- Antonis Mitropias
- ΔΗΜ. ΑΘΗΝΑΙΩΝ
Η Αθήνα εισέρχεται σε μια νέα φάση στον τομέα των αστικών μετακινήσεων, καθώς από το 2027 δρομολογείται για πρώτη φορά οργανωμένη δημοτική συγκοινωνία, με τέσσερις νέες λεωφορειακές γραμμές να έρχονται να καλύψουν χρόνιες ελλείψεις του υφιστάμενου δικτύου.
Το σχέδιο της δημοτικής αρχής του Χάρη Δούκα, που χρηματοδοτείται από το ευρωπαϊκό Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο, προβλέπει τη λειτουργία 17 ηλεκτρικών λεωφορείων σε δίκτυο 40 χιλιομέτρων με 185 στάσεις, εστιάζοντας κυρίως σε περιοχές που παραμένουν συγκοινωνιακά υποβαθμισμένες.
Οι τέσσερις γραμμές θα συνδέουν γειτονιές όπως ο Νέος Κόσμος, τα Πετράλωνα και ο Κεραμεικός, τα Κάτω Πατήσια και τα Σεπόλια με τον Κεραμεικό, τον Προμπονά με τα Άνω Πατήσια και την Κυψέλη, καθώς και την περιοχή της Αττικής με την Κυψέλη. Κοινός παρονομαστής των διαδρομών είναι ότι δεν διέρχονται από το κέντρο, επιχειρώντας να καλύψουν την «αόρατη» πλευρά της πόλης: τις ενδογειτονικές μετακινήσεις που σήμερα απαιτούν πολλαπλές μετεπιβιβάσεις ή απλά δεν εξυπηρετούνται επαρκώς.
Η παρέμβαση αυτή έρχεται σε μια περίοδο όπου το σύστημα δημόσιων συγκοινωνιών της Αθήνας αντιμετωπίζει σοβαρές πιέσεις. Τα τελευταία χρόνια καταγράφονται συστηματικά προβλήματα αραιών δρομολογίων, υπερπληρότητας και ελλείψεων σε προσωπικό και στόλο, ιδιαίτερα στα λεωφορεία και τα τρόλεϊ του ΟΑΣΑ. Η εισαγωγή μιας δημοτικής δομής συγκοινωνίας παρουσιάζεται ως συμπληρωματική λύση, ωστόσο αναδεικνύει ταυτόχρονα και το γεγονός ότι η κεντρική κρατική διαχείριση δεν έχει καταφέρει να καλύψει βασικές ανάγκες μετακίνησης σε πυκνοκατοικημένες εργατικές συνοικίες.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η αρχική μελέτη του Δήμου Αθηναίων προέβλεπε επτά γραμμές, οι οποίες είχαν λάβει έγκριση τόσο από τον ΟΑΣΑ όσο και από το υπουργείο Μεταφορών. Η τελική επιλογή περιορίστηκε σε τέσσερις, μετά από διαβουλεύσεις με την κυβέρνηση, γεγονός που καταδεικνύει τους περιορισμούς που τίθενται ακόμη και σε τοπικές πρωτοβουλίες όταν εμπλέκονται χρηματοδοτικά και θεσμικά φίλτρα. Σε μια πόλη με έντονες κοινωνικές και χωρικές ανισότητες, η συρρίκνωση ενός τέτοιου σχεδίου πριν καν υλοποιηθεί δεν μπορεί να θεωρηθεί ουδέτερη εξέλιξη.
Το συνολικό κόστος του έργου ανέρχεται σε 11,2 εκατομμύρια ευρώ και περιλαμβάνει την προμήθεια των ηλεκτρικών λεωφορείων, τις απαραίτητες υποδομές φόρτισης και την αναβάθμιση των στάσεων με πρόβλεψη για πλήρη προσβασιμότητα. Η επιλογή ηλεκτρικού στόλου εντάσσεται στην ευρωπαϊκή στρατηγική για μείωση των εκπομπών, ωστόσο η πραγματική περιβαλλοντική επίδραση θα εξαρτηθεί από την έκταση και τη συχνότητα του δικτύου, αλλά και από το κατά πόσο θα μειωθεί πράγματι η χρήση Ι.Χ.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η πρόβλεψη για δωρεάν μετακίνηση κατά τον πρώτο χρόνο λειτουργίας, με ανοιχτό το ενδεχόμενο να διατηρηθεί το μέτρο και στη συνέχεια, εφόσον διασφαλιστεί η οικονομική βιωσιμότητα. Σε κάθε περίπτωση, ο Δήμος δηλώνει ότι οι ευάλωτες ομάδες θα συνεχίσουν να μετακινούνται χωρίς εισιτήριο. Το ζήτημα της «μεταφορικής φτώχειας», δηλαδή της αδυναμίας πρόσβασης σε οικονομικά προσιτές μετακινήσεις, αναγνωρίζεται πλέον και θεσμικά, καθώς ολοένα και περισσότερα νοικοκυριά δυσκολεύονται να καλύψουν ακόμη και βασικές ανάγκες μετακίνησης σε μια πόλη όπου οι αποστάσεις και το κόστος ζωής αυξάνονται.
Η δημοτική συγκοινωνία προβάλλεται ως εργαλείο ενίσχυσης της βιώσιμης κινητικότητας, με στόχο τη δημιουργία τοπικών κόμβων που θα συνδέονται με Μετρό, ΗΣΑΠ και τραμ, αλλά και με πεζή μετακίνηση και ποδήλατο. Παράλληλα, επιχειρεί να αναδιαμορφώσει τα πρότυπα μετακίνησης, δίνοντας έμφαση στις μικρές αποστάσεις και στην καθημερινή λειτουργικότητα της πόλης, αντί για τη μονοδιάστατη εξάρτηση από το κέντρο.
Ωστόσο, το βασικό ερώτημα παραμένει ανοιχτό: μπορεί ένα περιορισμένο δίκτυο τεσσάρων γραμμών να αντιμετωπίσει ουσιαστικά τις βαθιές ανισότητες του συγκοινωνιακού χάρτη της Αθήνας; Η εμπειρία δείχνει ότι χωρίς συνολική ενίσχυση των δημόσιων μεταφορών – με αύξηση στόλου, προσωπικού και συχνοτήτων – τέτοιες παρεμβάσεις κινδυνεύουν να λειτουργήσουν περισσότερο ως πιλοτικά προγράμματα παρά ως πραγματικές λύσεις.
Από την άλλη πλευρά, η ίδια η ύπαρξη δημοτικής συγκοινωνίας ανοίγει ένα διαφορετικό μοντέλο: αυτό της τοπικής διαχείρισης με κοινωνικά κριτήρια. Αν επεκταθεί και στηριχθεί, μπορεί να αποτελέσει ένα πρώτο βήμα προς μια πιο δίκαιη πρόσβαση στη μετακίνηση, όπου το δικαίωμα στην πόλη δεν θα εξαρτάται από το εισόδημα ή τον τόπο κατοικίας. Μέχρι τότε, η εφαρμογή του σχεδίου το 2027 θα αποτελέσει το πρώτο πραγματικό τεστ για το αν η Αθήνα μπορεί να αρχίσει να καλύπτει το συγκοινωνιακό της έλλειμμα με όρους που να ανταποκρίνονται στις ανάγκες των κατοίκων της και όχι μόνο στους δημοσιονομικούς περιορισμούς.
Comments powered by CComment