Η οδός Παρασκευοπούλου, παράλληλη της Λιοσίων από την πάνω μεριά προς την Αχαρνών, δεν είναι ακριβώς Σεπόλια. Όμως έχουμε και στα Σεπόλια τέτοια σπίτια και εικόνες, σαν αυτό που περιγράφει απολαυστικά ο Νίκος Βατόπουλος στην Καθημερινή.

Έτσι δεν διστάσαμε να αναδημοσιεύσουμε αυτήν την εμπειρία του.

~~~

Σ​​υχνά, στους παράπλευρους δρόμους της Αθήνας συναντώ εκείνα τα σπίτια, μοναχικά και σιωπηλά, που μου θυμίζουν ανθρώπους που ζουν ώς τα απόλυτα όρια της θνητότητάς τους. Αυτά τα σπίτια, τα παλιά, τα χωνεμένα στους κύκλους ζωής της πόλης, σκέφτομαι, δεν θα τα θρηνήσει κανείς πέραν όσων τα θυμούνται από προσωπικά βιώματα. Αλλά και αυτή η μνήμη έχει μικρή ισχύ, διάρκειας το πολύ δύο γενεών.

Στα δρομάκια πάνω από τη Λιοσίων, και ανάμεσα στον Σταθμό Αττικής και στον Αγιο Νικόλαο, ανάκατα με πολυκατοικίες των τελευταίων δεκαετιών, επιζούν εκείνα τα μικρά θραύσματα της αλλοκαιρινής Αθήνας. Μοιάζουν με μενταγιόν, σπαράγματα ενός άλλου βίου. Εντυπωσιάζουν με την ανθεκτικότητά τους, ακόμη και αν στέκουν χωρίς ζωή, με αγριόχορτα, παραβιασμένες θύρες και ξεφτισμένους τοίχους.

Υπάρχει, άραγε, ένα νεκροταφείο σπιτιών; Σε μια φανταστική πινακοθήκη, κάτι σαν οστεοφυλάκιο, αχνοφαίνονται τα σπίτια της Αθήνας. Συναντώ συχνά ανθρώπους της δικής μου γενιάς, που ήταν μάρτυρες της κατεδάφισης του πατρικού, στο Θησείο, στην Αχαρνών ή στο Παγκράτι, όταν ήταν εκείνοι παιδιά. Με κάποια δόση ενοχής μιλούν για μια εικόνα στα όρια της μνήμης, μεταφέρουν ένα αίσθημα που τους έδωσε η δική τους ωριμότητα.

touvlino spiti paraskevopoulou

Αλλά, να, που σε μια στροφή ενός δρόμου, οι άτακτες σκέψεις παραμερίζονται, καθώς η αναβλύζουσα ζωή αγκιστρώνει το βλέμμα. Από τη Λιοσίων, στο ύψος της οδού Πρωτοπαπαδάκη, είχα στρίψει τελετουργικά το βλέμμα προς τα πάνω και το άφησα να γαντζωθεί στο τούβλινο σπίτι στην κορυφή του δρόμου. Με καλούσε να το περιεργαστώ. Φαινόταν τόσο παράταιρο, αν και αυτό ήταν οξύμωρο, καθώς το μονώροφο αυτό σπιτάκι προϋπήρχε όλων όσα καθόριζαν πλέον την ατμόσφαιρα της γειτονιάς. Το πλησίασα με ενθουσιασμό καθώς από μακριά είχα διακρίνει ότι η πρόσοψη ήταν τούβλινη, όπως τούβλινες ήταν οι όψεις σε μερικά σπίτια της δεκαετίας του 1920 σε περιοχές με ημιαστικό χαρακτήρα. Θυμήθηκα το σπιτάκι στα Σεπόλια ή ένα σπίτι κοντά στο Α΄ Νεκροταφείο, όλα εκείνα με τον σχεδόν εξοχικό αέρα, με αυλές και καγκελόπορτες.

Είχα φτάσει στην οδό Παρασκευοπούλου, όπου το σπίτι που είχε τραβήξει την προσοχή μου είχε την είσοδο, στον αριθμό 60. Από μακριά δεν φαινόταν πως περιβαλλόταν από μεγάλο κήπο, αλλά όχι από εκείνους τους κήπους των φυτωρίων. Ηταν ένα περιβόλι της παλιάς Αθήνας, με κλουβιά πουλιών, οπωροφόρα, χώμα πολύ, απλότητα και φυσική αταξία. Υπήρχε ένας κανόνας αυθορμητισμού. Σε αυτή την κόγχη της παλιάς γειτονιάς, όπου ώς το 1970 έβλεπε κανείς μονώροφα σπιτάκια, άδεια οικόπεδα και αστραφτερές τις νέες πολυκατοικίες μετά το 1958-60, γινόμουν μάρτυρας ενός μικρόκοσμου, που μέσα στη γνησιότητά του αποκτούσε δύναμη.

Οσο το κοιτούσα, τόσο ήθελα να παραμείνω στην ακτίνα του μυστηρίου του. Εδειχνε να έχει ζωή, αν και την ώρα που το συνάντησα ήταν σιωπηλό, μόνο τα πουλιά φτερούγιζαν. Ηταν ένα θέαμα που ανέβλυζε αίσθηση μυστηρίου. Υπήρχε κάτι ιερό μέσα στην απόλυτη επαφή του με τα χρειώδη και τα καθημερινά, καθώς αυτή η απόκοσμη, σχεδόν, αύρα του έδειχνε να διαχέεται στον περίγυρο. Ο περίγυρος εκείνη την ώρα ήταν ο εαυτός μου, ένας μόνος παρατηρητής, μοναχικός διαβάτης, ένας υποβολέας εσωτερικών μονολόγων. Αρκεί μία στιγμή για να συντελεστεί η πράξη του μυστηρίου. Μέσα στο πυκνοδομημένο άστυ.

Κράτησα αυτό που μου έδωσε το τούβλινο σπίτι της οδού Παρασκευοπούλου ως ένα αναπάντεχο δώρο. Η εικόνα του αστικού περιβολιού επιστρέφει σαν αποκύημα.

data-matched-content-rows-num="4,2" data-matched-content-columns-num="1,2" data-matched-content-ui-type="image_stacked"