parafoni soprano
Σοπράνο άφησε εποχή λόγω της... παραφωνίας της. Μπορεί να ακούγεται οξύμωρο, αυτή είναι όμως η πραγματικότητα της Φλόρενς Φόστερ Τζένκινς, μιας αμερικανίδας τραγουδίστριας της όπερας που όσο ζούσε δέχτηκε αιχμηρές κριτικές για το πώς αντιλαμβανόταν τους τόνους της μουσικής και το ρυθμό.

Την ιστορία αυτή έρχεται να αναδείξει η ταινία «Μαργκερίτ», που θα κυκλοφορήσει το 2016, σε σκηνοθεσία Ξαβιέ Τζιανολί και με την Κατρίν Φρο σε πρωταγωνιστικό ρόλο.

Η «υπόθεση» Φλόρενς δεν πέρασε στα ψιλά των εφημερίδων. Κόρη εύπορης οικογένειας, έκανε μαθήματα πιάνο ως παιδί, με τις επιδόσεις της να αγγίζουν ασυνήθιστα ικανοποιητικά επίπεδα. Έδινε την εντύπωση, δε, του παιδιού – θαύματος αφού κατάφερε να περάσει την πύλη του Λευκού Οίκου και να παίξει εκεί επί κυβερνήσεως του Προέδρου Ράδερφορντ Χέηζ.

Η αποφοίτησή της από το σχολείο, έφερε μαζί με το απολυτήριο και την επιθυμία για σπουδές στη μουσική σε σχολές του εξωτερικού. Ο πατέρας της όμως πάτησε το πρώτο «φρένο» για την Φλόρενς αφού παρά την οικονομική του άνεση αρνήθηκε να πληρώσει για τις σπουδές της κόρης του κι εκείνη ως αντάλλαγμα παντρεύτηκε στα κρυφά.

Περί το 1885 παντρεύτηκε με τον Δρ. Φρανκ Θορντον Τζέκινς , ο οποίος λίγο μετά το γάμο τους της μετέδωσε Σύφιλη. Έκτοτε οι δρόμοι τους ακολούθησαν διαφορετικές κατευθύνσεις χωρίς όμως να υπάρχουν περισσότερες πληροφορίες για το τι απέγινε ο σύζυγος της Φλόρενς. Εκείνη , ωστόσο, διατήρησε το επίθετό του, και συνέχισε να ζει στην Φιλαδέλφεια όπου κατάφερνε να τα βγάζει πέρα ως καθηγήτρια του πιάνο, μέχρι που ένας σοβαρός τραυματισμός στο χέρι τής στέρησε αυτή τη δυνατότητα και περιήλθε σε οικονομική περιδίνηση.

Μπορεί ο πατέρας της να είχε κλείσει την «πόρτα» της αρωγής, η μητέρας της όμως βρισκόταν κοντά της. Μετακόμισε μαζί της στη Νέα Υόρκη το 1900 οπότε και αποφάσισε να γίνει τραγουδίστρια. Μια δεκαετία, περίπου, αργότερα γνώρισε τον άνθρωπο εκείνο που στην πορεία πήρε τη θέση του ατζέντη της, αλλά και του συντρόφου για μια ολόκληρη ζωή. Τον βρετανό ηθοποιό Κλερ Μπέιφιλντ.

Ο θάνατος του πατέρα της Φλόρενς φαίνεται να της άνοιξε το δρόμο για το τραγούδι, αφού κληρονόμησε τα κεφάλαια που απαιτούνταν για να χτίσει την καριέρα της. Έκανε μαθήματα φωνητικής και εντάχθηκε γρήγορα στους κύκλους της μουσικής, καθώς έγινε μέλος σε πολλές μουσικές ομάδες. Ίδρυσε και τη δική της μουσική οργάνωση με τίτλο Verdi Club.

Οι ηχογραφήσεις της όμως έδειχναν πως δεν είχε καλή αίσθηση του ρυθμού και της διαχείρισης του πενταγράμμου. Το πώς προσπαθούσε να προφέρει τις ξένες λέξεις ήταν ακόμη ένα μελανό σημείο που έδωσε τροφή για σχολιασμό. Τα φωνητικά και μουσικά της λάθη δεν περνούσαν απαρατήρητα, εκείνο όμως που έδωσε στο όνομά της διασημότητα ήταν το κλίμα που δημιουργούσε στις εμφανίσεις της.

Έμοιαζε περισσότερο με διασκέδαση παρά με μια συναυλία την οποία απολαμβάνουν φίλοι της μουσικής. Γι’αυτό άλλωστε έγινε και διάσημη η Φλόρενς. Για την εύθυμη ατμόσφαιρα, που χωρίς επιτηδευμένο ύφος καλλιεργούσε.

Το κοινό όμως που πήγαινε να την ακούσει απαρτιζόταν κυρίως από εκείνους που είχαν λάβει προσκλήσεις. Υπόδειγμα επιμονής και θάρρους, η Φλόρενς δεν κινήθηκε μόνο αντίθετα στο ρεύμα των επικριτών της, αλλά αντιμετώπιζε με δύναμη το γέλιο που ακουγόταν στις συναυλίες της. Συνέκρινε, δε, τον εαυτό της με επιφανείς σοπράνο, και συνήθιζε να ισχυρίζεται το εξής: «Λένε πως δεν μπορώ να μπορώ να τραγουδήσω. Κανείς όμως δεν μπορεί να πει πως δεν τραγουδάω».

Ελισάβετ Σταμοπούλου

in.gr

data-matched-content-rows-num="4,2" data-matched-content-columns-num="1,2" data-matched-content-ui-type="image_stacked"