Το sepolia.net χρησιμοποιεί cookie για την εξατομίκευση περιεχομένου και διαφημίσεων, την παροχή λειτουργιών κοινωνικών μέσων και την ανάλυση της επισκεψιμότητάς του. Επίσης, κοινοποιεί πληροφορίες σχετικά με την από μέρους σας χρήση του sepolia.net στους συνεργάτες κοινωνικών μέσων, διαφήμισης και αναλύσεων και ειδκότερα στην google.

Ανάκατα

Αξιολόγηση Χρήστη: 5 / 5

Rating StarRating StarRating StarRating StarRating Star
 
Pin It Button

Napoli Salami5

«Κράτηση κάνατε;». «Δεν κάναμε». «Ελάτε μαζί μου». Πάμε μαζί της. Ήταν ένα και ογδόντα, λίγο φοβιστική, το βάψιμό της σαν-Τζάκσον Πόλλοκ, η φωνή της ήταν Τομ Γουέιτς (χωρίς σαν), τα μπράτσα της (αμάνικο φορούσε) σαν-αντρικά. Καλά ξεκινήσαμε, για “χωρίς κράτηση”.

Τέλος πάντων, ζεστά ήταν, η μουσική ακουγόταν δυνατά και η ηχητική του χώρου ήταν άθλια, το τραπέζι ήταν σαν μεγάλο σκαμπώ αλλά αυτά έχουν τα all day bar café lounge κλπ, ο κόσμος τριγύρω πιο αδιάφορος και πιο φωνακλάς -εξ ανάγκης- κι από την μουσική, μια χαρά όλα. Να γυρνάς σπίτι μετά και να ψάχνεις απεγνωσμένος το κινητό του ωριλά σου.

Παραγγείλαμε στην φοβιστική ένα κρασί, δεν το είχαν. «Όλοι αυτό ζητούσαν σήμερα, πριν δέκα λεπτά έδωσα το τελευταίο, κι εσείς το ίδιο». Κανένα πρόβλημα Τομ, χίλια συγγνώμη, ζητήσαμε άλλο ρωτώντας αν υπάρχει και δεύτερο μπουκάλι, μόνο ένα είχε. «Νομίζω». Προστατευόμενο είδος, σαν την καρώ ζέβρα ξερωγώ. Είπαμε «εντάξει, φέρτε αυτό και πάμε για άλλο μετά». Είπε «να σιγουρευτώ πρώτα αν υπάρχει». Πήγε και ξανάρθε μετά από πέντε λεπτά, υπήρχε η καρώ ζέβρα. Μια.

Ζητήσαμε ένα «πιάτο αλλαντικών-τυριών» (το ξαναζήσαμε αυτό το πιάτο σοκ, ήμασταν προετοιμασμένοι για όλα) και ένα «ζεστών ορεκτικών». Τουτέστιν τέσσερα σπρινγκ ρολς λαχανικών και τέσσερα πουγκάκια με κοτόπουλο. So be it.

«Αυτά;» ρώτησε. «Ναι» είπαμε. «Κάποια σαλάτα, μήπως;». «Όχι» είπαμε.  Ήταν που ήταν είναι ευερέθιστο το έντερό μας, του ‘δωσες την χαριστική βολή εσύ, δεν το είπαμε όμως, μη φάμε καμιά μπούφλα πάνω που χαλαρώσαμε.

Επιστρέφει σε πέντε λεπτά. Ταρίφα τα πεντάλεπτα. «Δυστυχώς μας τελείωσαν τα ‘ζεστά ορεκτικά’, όλοι αυτά ζητούσαν σήμερα, πριν πέντε λεπτά δώσαμε το τελευταίο πιάτο». Κοιταζόμαστε οι τέσσερις, θέλουμε να γελάσουμε, θέλουμε να θυμώσουμε, θέλουμε να πούμε διάφορα, αλλά η αυτοσυγκράτησή μας είναι υπόδειγμα ακόμη και για υπέργηρο Σαολίν.

«Φέρτε μας πάλι τη λίστα με τα πιάτα να διαλέξουμε κάτι άλλο».

Δεν έχει τίποτε να διαλέξεις. Ούτε για pasta είμαστε, ούτε για πρασινάδες ραντισμένες με μπαλσάμικα, παπαρουνόσπορους και μέλια, στο «λουκουμάδες ψιλοκομμένου βοδινού γεμιστοί με λιαστή τομάτα και pesto μαϊντανού» γελάσαμε κρυφά γιατί κι εμείς με κεφτεδάκια μεγαλώσαμε, όταν φτάσαμε στο «καρπάτσιο σολωμού με κάπαρη Αιγαίου και ξύσμα λεμονιού» δεν άντεξε η μία, κάγχασε και  ετοιμάστηκε να επιτεθεί ρωτώντας «ποιός τον γράφει τον κατάλογο;» αλλά την συνεφέραμε γρήγορα γιατί ξέρουμε τι γίνεται κάθε Σάββατο βράδυ στα Επείγοντα.

«Βρήκατε κάτι;».

«Όχι, φέρτε ένα πιάτο αλλαντικών και ένα μόνο τυριών και είμαστε οκ».

«Το ριζότο σπέσιαλ δεν θα θέλατε να το δοκιμάσετε;».

«Δεν θα θέλαμε». Η μια σαολίν έσπασε και αντιμίλησε, χλωμιάσαμε οι άλλοι τρεις αλλά ευτυχώς δεν είχαμε χειρότερα.

«Εντάξει». Πήρε τις κάρτες, έφυγε. Ξεφυσήξαμε ανακουφισμένοι, ζούσαμε στα άκρα πλέον. Και τότε ήταν που παρατηρήσαμε ότι δεν υπήρχε τραπέζι που να μην έχει δυο και τρία πακέτα τσιγάρα πάνω του. Σε δυο είδα και πούρα. Να μείνεις τρεις ώρες δηλαδή εκεί μέσα και φεύγοντας να ψάχνεις να βρεις το κινητό του πνευμονολόγου σου.

Έπαιζε Σίμπλι Ρεντ. Δηλαδή αυτοί πως και δεν τέλειωσαν; Νταξ.

Πίνουμε νερό περιμένοντας. Αυτό δεν τους τέλειωσε. Αν και τους έχω ικανούς.

Έρχεται με το κρασί. Ανοιγμένο, ήδη. Πάει να βάλει στο ένα ποτήρι. Σπάει και ο άλλος σαολίν, τόση τόλμη ρε πούστη μου, κατατρόμαξα, βάζει το χέρι του πάνω στο στόμιο του ποτηριού. «Γιατί είναι ανοιγμένο;». «Τώρα το άνοιξα, πριν το φέρω στο τραπέζι». «Τα κρασιά ανοίγουν στο τραπέζι, όχι πριν το τραπέζι». Πάνε οι σαολίν, γίναμε νίντζα, γιακούζα, κάτι που δεν έχει καταπιεί μισό κιλό xanax τέλος πάντων. Μας κοιτάζει λίγο απορημένη, λίγο αμήχανη, λίγο ενοχλημένη, σε mode “με τι μαλάκες έμπλεξα’’ αλλά when the going gets tough και τα λοιπά, μια ψυχή που είναι να βγει ας βγει ηρωικά αλλά και πάλι το ξανασκεφτόμαστε, έχεις δει Επείγοντα το σαββατόβραδο;

«Θέλετε να ανοίξω άλλο;», σκοτεινιασμένη.

«Μα δεν έχετε δεύτερο», την καλμάρουμε.

«Να ξαναδώ, μήπως», μας δουλεύει.

Τι ευερέθιστο έντερο μου λες, κατευθείαν σε Crohn πήγαμε. Μέσα σε λιγότερη από μισή ώρα. Ιατρικά συγγράμματα και μαλακίες. Να βγαίνεις να χαρείς και να ψάχνεις το κινητό του γαστρεντερολόγου σου.

«Όχι, αφήστε το»

Το αφήνει.

«Να σας φέρω σαμπανιέρα».

Έπαιζε αυτά τα Τζένη Βάνου με μπλιμπλίκια. Ουφ.

Φέρνει. Και αφήνει τον κουβά με τα παγάκια πάνω στο κέντρο του τραπεζιού. Όπως σε Πάολα. Αλλά εκεί αφήναν το Τσόνι και το Τσίβας στο κέντρο, όχι έναν κουβά που χωράει νεογέννητο. Σαμπανιέρα κολυμπήθρα. Ο ένας πρώην σαολίν σκύβει και κοιτάζει μέσα, να σιγουρευτεί -λέει- ότι δεν ξέχασε κάτι ο παπάς. Κρατιέμαι να μην μου βγει το γέλιο απ’ τα ρουθούνια γιατί ξινό θα βγει.

«Συγγνώμη αλλά τα βοηθητικά τραπεζάκια μας τέλειωσαν, θα ψάξω να βρω ένα από κάπου που δεν το χρειάζονται και θα το φέρω».

Δεν είναι πρέπον να επιτίθεσαι στην εργαζόμενη τάξη, δικό της αίμα είμαστε κι εμείς, ρισκάρουμε και τη γνάθο μας μα πόσα sold out να αντέξεις;

«Ελπίζουμε αν φεύγοντας διαπιστώσουμε ότι τα ευρώ μας τελείωσαν, να έχετε την καλοσύνη να μας αφήσετε να φύγουμε και να βρούμε από κανένα ΑΤΜ που δεν τα χρειάζεται και να τα φέρουμε».

Τι είπες τώρα ρε, επιστήμονας άνθρωπος. Και πάρκαρα στου διαόλου τη μάνα, πώς κουβαλάς αναίσθητο άντρα ενενηνταπέντε κιλά ως εκεί;

Μας κοιτάζει ανέκφραστη. Σίγουρα έχει αλλάξει mode, πέρασε από το «με τι μαλάκες έμπλεξα» στο «πάτε στα σπίτια σας γαμώ το ξεσταύρι μου να κάνω ένα μεροκάματο χωρίς να φτύσω αίμα».

Της λέμε -για να την ηρεμήσουμε- εντάξει, δεν πειράζει, να μην ενοχλείται, αν βρει βοηθητικό τραπεζάκι ας μας το φέρει αν έχει την καλοσύνη αλλά μέχρι να βρεθεί αυτό το γαμημένο το τραπεζάκι (το γαμημένο δεν το είπαμε, έμεινε αλυσοδεμένο στο μυαλό μας) να μη μας φέρει κανένα πιάτο γιατί δεν υπάρχει χώρος ούτε για πηρούνι στο τραπέζι και πάει πολύς καιρός πια που τρώγαμε με τα πιάτα ακουμπισμένα στα πόδια μας και ξεσυνηθίσαμε.

Θα το τρώγαμε το κεφάλι μας. Δεν υπήρχε περίπτωση να μην χτυπήσουμε κάρτα στα Επείγοντα.

Δεν εκτίμησε το χιούμορ μας. Τυφλός να ήσουν θα το καταλάβαινες. Το παραρισκάραμε κι εμείς όμως. Δηλαδή καλύτερα στο δρόμο για το Κ2 με χιονοθύελλα παρά τόση αποκοτιά.

Έπαιζε Στινγκ. Boring αλλά νταξ. Δεν πέθανε αυτός;

Σε δέκα λεπτά βρέθηκε βοηθητικό τραπεζάκι -λάφυρο από τραπέζι που άδειασε- και βάλαμε πάνω την κολυμπήθρα κι έτσι μπορούσαμε να βλέπουμε ξανά ο ένας τον άλλον. Το κρασί είχε μείνει μισό. Η υπομονή μας άφαντη. Ευτυχώς την είδαμε να έρχεται με τα πιάτα.

Στο ένα είχε τέσσερις φέτες σαν-προσιούτο, τέσσερις μικρές ροδέλες τσορίθο, τέσσερα μικρά λουκανικάκια σαν-Φρανκφούρτης τρεις φέτες παστράμι και τρεις σαν-φέτες σαλάμι αέρος. Οι τέταρτες φέτες θα τους τέλειωσαν, πριν δέκα λεπτά. Στη μέση τρία ντοματίνια. Και τρία κριτσίνια. Μάλλον δεν θα τους τέλειωσαν αλλά μας έστελναν μηνύματα. «Φάτε τα τρία μας». ΟΚ.

Στο πιάτο τυριών είχε δυο ξερά σύκα στη μέση και έναν χουρμά. Σύνολο τρία. Πάνω τους είχαν τρίμματα από μπλε τυρί. Ευφάνταστο. Τριγύρω είχαν ακροβολιστεί λεπτές διάφανες φέτες γκούντα, ένταμ, έμενταλ, τα άπαντα των λιντλ δηλαδή. Είχε και δυο τρίγωνα σαν-μετσοβόνε και ένα κομμάτι (σαν- αντίδωρο) καμαμπέρ. Σύνολο τρία. Και τρία κριτσίνια. Εντάξει, το πιάσαμε το νόημα.

Την παρακαλέσαμε να φέρει τρία-τέσσερα κριτσίνια ακόμη και είπε με κάτι σαν-χαμόγελο «θα σας φέρω κάτι καλύτερο» και ομολογώ πως μιαν ανατριχίλα τη νιώσαμε όλοι που έγινε ακόμη μεγαλύτερη όταν άφησε στο τραπέζι ένα πιάτο με ψιλοκομμένες φέτες από μπαγκέτα ωρίμανσης πέντε ημερών λέγοντας «αυτά είναι τα χομ μέιντ μπέικ ρολς μας». Εντάξει, το πιάσαμε το νόημα. Να βγαίνεις να φχαριστηθείς και μετά να ψάχνεις το κινητό της οδοντιάτρου σου.

Το κρασί ξεψύχησε πριν καν ρίξουμε κλήρο για το ποιος δεν θα φάει παστράμι και μετσοβόνε. Ευτυχώς είμαστε αγαπημένα και πολιτισμένα ζευγάρια. Οι άντρες πάντα μεγαλόψυχοι και γενναιόδωροι υποχωρήσαμε, την ώρα που ακριβώς στο διπλανό τραπέζι κάθησαν δυο ωραιότατα ζευγάρια ασυνόδευτες γάμπες τυλιγμένες μέσα σε ωραιότατα μαύρα καλσόν που καταλήγαν σε ωραιότατες μαύρες γόβες και σε τελική ανάλυση το φιλοσοφήσαμε οι δυο άντρες σαολίν και είπαμε (από μέσα μας) δεν βγαίνεις για να φας γιατί φαγητό έχουμε και στο σπίτι και ωραιότατα κρασιά έχουμε στο σπίτι αλλά μερικές φορές το φαγητό έξω είναι καλύτερο.

Εκτός κι αν δεν έχουμε κάνει κράτηση, φτάσουμε καθυστερημένοι και ακούσουμε «δυστυχώς μας τελείωσε». Η ιστορία της ζωής μας, δηλαδή.

Την ώρα που πληρώναμε έπαιζε Τσετ Μπέικερ. Φιλάω σταυρό. Είπαμε οι άντρες στα μαυροντυμένα κορίτσια μας «κρίμα, στα καλύτερα φεύγουμε», μας άκουσε η φοβιστική και απάντησε χαμογελώντας πονηρά «πάντα έτσι δεν γίνεται;» και την ώρα που μας άνοιγε την πόρτα και κατεβαίναμε τα πρώτα απότομα σκαλιά είπε «σας περιμένουμε ξανά». Δεν νομίζουμε καλή μου, με τόσες συγκινήσεις απανωτές θα χρειαστούμε και καρδιολόγο.

Αλλά δεν το είπαμε. Άντε να βρεις τον ορθοπεδικό σου τέτοια ώρα…

….

amancalledkkmoiris.com